Aπό το γαλλικό bibelot.

Κυριολεκτικά: μικρό διακοσμητικό αντικείμενο που τοποθετείται πάνω σε διάφορα έπιπλα και εκτίθεται σε κοινή θέα. Οι παλιές νοικοκυρές είχαν πολλά μπιμπελό και καμάρωναν γι’ αυτά. Σήμερα οι γυναίκες τα αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι, γιατί απαιτούν πολύ ξεσκόνισμα.

Μεταφορικά η λέξη χρησιμοποιείται για κοπέλες καλλίγραμμες με ομορφιά Αφροδίτης που κάθε γυναίκα ονειρεύεται. Και οι άντρες τις ονειρεύονται, γι’ αυτό, μόλις βρεθούν μπροστά τους, τις χαζεύουν όπως θα χάζευαν ένα σμιλευμένο μπιμπελό.

Όλη η παρέα γύρισε και κοίταξε την πανέμορφη αιθέρια ύπαρξη που πέρασε από μπροστά της. Όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό σαν χάνοι. Ο Χάρης μόλις βρήκε την φωνή του φώναξε: «Τι μπιμπελό ήταν αυτό; Ας το έβλεπα ξανά και ας πέθαινα!».

Σύγκρινε με θεόμουνο.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία