Τηλεπλουμπιά, η (ουσ.). Η προαναγγελία τηλεφωνικής επικοινωνίας κατά την οποία ο αναγγέλων ειδοποιεί το συνομιλητή του για την επερχόμενη επικοινωνία επίσης τηλεφωνικά.

- Έλα, σε κλείνω. Έχω άλλη γραμμή.
- Ωπ, έγινε κάτι;
- Όχι, μάλλον ο Γιάννης παίρνει να μου πει ότι θα με ξαναπάρει.
- Σε έχει ταράξει στην τηλεπλουμπιά σήμερα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Πλουμπιά, η (ουσ.). Η αίτηση ή/και λήψη μονοημέρου κανονικής αδείας της οποίας δεν προηγείται ή έπεται σαββατοκύριακο ή αργία.

- Τι έγινε, πάλι λείπει ο Γιάννης;
- Ναι, πήρε άδεια.
- Ώπα, καλή φάση. Το έκανε πενταήμερο, ε;
- Όχι, μόνο σήμερα, Τρίτη, πήρε.
- Α, μάλιστα. Πάλι πλουμπιά ξηγήθηκε.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία