Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

ομπάτμαν αρσενικό


Είναι η σεξουαλική στάση, στην οποία παίρνεις μια κοπέλα απο πίσω, πιάνεις προσεκτικά ενα φακό και φωτίζεις το ταβάνι. Όταν αποσπαστεί η προσοχή της και έχει μπερδευτεί με το φώς, ουρλιάζεις "ΣΤΗ ΜΠΑΤΜΑΝΟΣΠΗΛΙΑ!" και καρφώνεις τη poocha σου μεσα στο colo της.

Η κοπέλα μου είναι ακόμα νευριασμένη μαζί μου επειδή (έγινα / της έκανα το) ομπάτμαν τη προηγούμενη εβδομάδα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ετεροντρεπομαι για οσους μιλουν σωστα την Ελληνικην

Ο Σιν Μποι κριντζαρει με τον Κανακη

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Όταν θέλουμε να πούμε : άρπα κόλλα , ότι νάναι , γενικότερα να δηλώσουμε ότι πλέον δεν μας νοιάζει κάτι και τα γράφουμε σταματάμε να νοιαζόμαστε για κάτι ή όταν θα κάνουμε κάτι χωρίς σοβαρό σκοπό.

Έχεις διαβάσει για αύριο; Ή θα πάμε Αρίμπας;

Καλά οι 300 στη Σπάρτη τι αρίμπας έκαναν που πήγαν να πολεμήσουν μόνοι τους ολόκληρο στρατό.

Ο Νίκος full αρίμπας έτρεχε γυμνός στην παραλία χθες το βράδυ κρατούσε δύο αγγούρια και τραγουδούσε τον ύμνο του ΠΑΣΟΚ.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Οι πράξεις που κάνεις: ήχοι,φωνές,κινήσεις και γενικότερα όταν έχεις γίνει Γαλοπούλα

Καλά χθες που έχασε ο Ολυμπιακός ακουγόταν τα γλουγλού του Νίκου ως εδώ.

Καλά άστον αυτόν τώρα έχει νεύρα και κάνει τρελό γλουγλού.

Ναι ρε είμαι σίγουρος ότι δεν σε πειράζει(ειρωνία) ΓΛΟΥΓΛΟΥΓΛΟΥΓΛΟΥΓΛΟΥ (σαν να του λές έτσι κάνεις επειδή σε πειράζει)

Ρε ακούω γλουγλού τα ακούς και εσύ; Μήπως είναι καμία Γαλοπούλα κοντά;(για δείξεις σε κάποιον ότι κάνει σαν γαλοπούλα)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Όταν κάποιος κάποιος τρελένεται, ταράζεται, εκλπήσσεται , η πιο ακριβής περιγραφή για τη λέξη Μάντι είναι "σκάει επιληψία".

Μαλάκα δε φαντάζεσαι τι έγινε χθές τρελό μάντι μαλώσανε οι γείτονες και βριζόντουσαν στο δρόμο.

Δεν αντέχω να διαβάσω άλλο έχω σκάσει μάντι θα τα παρατήσω.

Καλά ο Νίκος είναι full μάντις άμα του πεις τίποτα σηκώνεται και φεύγει.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Χαρακτηρισμός(μερικές φορές και ρήμα: σμιγγολιάζω, ή και μόνο του σαν πράξη) που αποδίδεται σε κάποιον/α όταν κλείνεται σπίτι του, αποφεύγει κοινωνική αλληλεπίδραση και τον κάνει να νιώθει άβολα, δεν πλένεται , δεν φροντίζει τον εαυτό του και χαλάει το χρόνο του στο βρώμικο του σπίτι χώρις να κάνει τίποτα παραγωγικό.

Ρε μαλάκα ο Γιάννης έχει γίνει σμίγγολας πάλι κάθεται σπίτι παίζει παιχνίδια και τρώει πίτες δύο βδομάδες συνεχόμενα.

Καλά η Ελένη έκανε τρελό σμίγγολ πέρασε απο δίπλα μου τις προάλλες και δε με χαιρέτησε.

Ρε μαλάκα σμίγγολ κάνε ένα μπάνιο να πάμε για μια μπύρα με γαμιέσε.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Διάρροια. αλλιώς και με πάει σερπαντίνα

Με πήγε πριονοκορδελα

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Τρώω με λαιμαργία, καταβροχθίζω.

-Τι έφαγες;

-Γουρδούπωσα μια μακαρονάδα με κιμά.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Ο δυνατός, ο ισχυρός στην αρχαία ελληνική. Στον μοδέρνο κόσμο, χρησιμοποιείται εις την σλανγκικήν καταχρηστικά, ως επίθετο ή και ως επιφώνημα, σε τετριμμένες περιπτώσεις, όπου αναδίδει μια ντελικάτη εσάνς γαλλο-φερμένης αργκό, μαζί με το αυστηρό του κλασικού χαρακτήρα.


1.
-Ψιτ, τσέκαρε...
-Κραταιό (πατούρι)!
2.
-Ρε δε θα 'ρθει ο Σάββας το βράδυ για ταινία, βγήκε ραντεβού.
-Μαλάκα σπάει ο κραταιός κύκλος των αγάμητων;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Το κάπνισμα χασίς ή μαριχουάνας. Επίσης χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει το ίδιο το αντικείμενο, δηλαδή το τσιγάρο ή την ενεργό ουσία.

-Έλα τι λέει, να ρθω για πιώμα;

-Άμα θες πιώμα, φέρε το πιώμα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε