Σκουπίδι αποκαλείται και κάποιος όταν για κάποιο λόγο θεωρείται από κάποιον υποδεέστερος. Συνήθως για εξύβριση χρησιμοποιείται και είναι αρκετά βαρύς χαρακτηρισμός. Ως συνώνυμο θα μπορούσε να θεωρηθεί το: τιποτένιος, πεταμένος.

Καλά ρε σκουπίδι, πώς μπόρεσες να την πέσεις στην αδερφή μου; Είσαι πολύ τιποτένιος τελικά.

(από Khan, 25/11/10)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Στην σλανγκ του μπάσκετ είναι το rebound. Κι ο παίκτης που έχει μεγάλη έφεση στα rebounds λέγεται σκουπιδιάρης. Λανθάνει μια υποτιμητική χροιά για τον σκουπιδοφάγο που μαζεύει αυτά που οι άλλοι πετάνε (ήτοι τα άστοχα σούτια). Αποκαλείται άλλωστε και χαμάλης. Κι όμως στα σκουπίδια κρίνονται πολλοί αγώνες.

Μεγάλος σκουπιδιάρης ο Ντένις Ρόντμαν. Μάζευε καμιά δεκαοχτάρα σκουπίδια σε κάθε αγώνα.

Καβουροκαλαθόσαυρος (από Vrastaman, 21/09/09)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε