Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

[γamáo] και γαμώ, ρήμα μεταβατικό

Χρησιμοποιείται μεταφορικά όταν οι ενέργειες κάποιου οδηγούν στην απόλυτη καταστροφή μίας κατάστασης ή ενός αντικειμένου. Εδώ το ρήμα γαμάω έχει απεκδυθεί της απόλαυσης ή της κυριαρχικής του φύσης και αποδίδει αποκλειστικά την καταστροφή. Λαϊκότερα αποδίδεται με το ρήμα Ξεκωλιάζω ενώ υπάρχει και ο υπερθετικός τύπος Απογαμάω. Χρησιμοποιείται συχνότερα στον αόριστο, για να τονίσει τη διάρκεια που έχει το γεγονός μέχρι το παρόν.

Μετά το τελευταίο σέρβις, το αυτοκίνητο γαμήθηκε

Μην ανεβάζεις τη θερμοκρασία στο μάτι, γαμάς το φαγητό

Με την τελευταία κυβέρνηση, η οικονομία γαμήθηκε.

Με τόση πίεση που δέχτηκε, το παιδάκι γαμήθηκε εντελώς (εδώ αμετάβατο)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Στα σλάνγκικα σημαίνει αγνοώ, γράφω στ΄ αρχίδια μου κάποιον. Εφόσον λείπει ο προσδιορισμός μετά το ρήμα, υποννοείται ότι η παραπομπή είναι στο πουθενά, στον κάλαθο των αχρήστων, εκεί που δεν πιάνει μελάνι, στα αζήτητα. Συνήθως χρησιμοποιείται σε παρελθοντικό χρόνο.

- Χτες στο εστιατόριο της σχολής μας έπιασε ένας ΕΛ και μας έλεγε ότι φτιάχνουν καύσιμα για αεροπλάνα από ελληνικό γιαούρτι.
- Λέγε.
- Τι να πώ ρε, μας ζάλισε τον έρωτα. Τον παρέπεμψα κλασικά.
- Ε τι α κανς; α κάειτς να μαλώεις;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σαρδαμισμός-παραλλαγή του "μεταλαμπαδεύω". Η διαφορά βρίσκεται στην κυριολεκτική σημασία κατά την οποία πλέον δεν δίνουμε φως αλλά πασάρουμε τη μπάλα. Μεταφορικά εννοείται το ίδιο, σου μαθαίνω μπαλίτσα, σου κάνω πάσα γνώση.

-Έχω ραντεβού με την Δανάη σήμερα και δε ξέρω που να την πάω για φαγητό.
-Να μαγειρέψεις σπιτι, ψητό σολωμό με πατάτες και καμιά σαλάτα με ρόκα,ραπανάκι,παρμεζάνα και καρύδια.
-Όχι ρε θέλω να την εντυπωσιάσω, θα την πάω σε κάνα καλό εστιατόριο να γουστάρει.
-Άκου ρε λελέ την Ποπάρα, σου μεταμπαλαδεύει γνώση και εμπειρία μπας και φορτώσεις άχρηστε!

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ποσυνάζω (ρήμα) και ποσυναμένος (επίθετο).

Τακτοποιώ κάτι, είμαι τακτοποιημένος μετά από κάποια δουλειά, έχω κάνει μπάνιο, ξυριστεί και ντυθεί, και είμαι έτοιμος να πάω στο καφενείο του Νίκου ή της Ιωάννας για ρακές. Χρησιμοποιείτε κατά κόρον σε χωριό της Κρήτης.

- Για σου ωρέ Δημήτρη, ίντα γίνεται;
- Για σου ωρέ Κούνελε, πάω να ποσυνάξω τα εργαλεία, να ποσυναχτώ κι εγώ, και τα λέμε στο καφενείο.
- Σε ποιο από τα δύο, στο ελληνικό ή στο αλλοδαπόν;
- Άντε απόψε στο αλλοδαπό, θα πάμε για κεφαλάκια!
(προηγουμένως είχε ποσυνάξει δυο κατσικάκια)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κάνω διάτρητη μια επιφάνεια μετά από βολή κατα ριπάς ενός πολυβόλου όπλου. Είναι μεταφορική σημασία του γαζώματος με ραπτομηχανή, το οποίο επιφέρει αντίστοιχη διάτρηση και προέρχεται από το αραβικό qazz το οποίο σημαίνει μετάξι.

-Πέρασαν δύο αμάξια και γάζωσαν το μαγαζί εν κινήσει, δεν έμεινε κολυμπηθρόξυλο.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Όταν έχεις ένα σχέδιο αλλά καταφέρνεις να το γαμήσεις τελείως και ανελέητα.

- Γιάννη τι έγινε χθες με την γκόμενα ρε μαλάκα?
- Άστα φίλε έλουσα παναγία. Την έπεσα σε μία άλλη και μας είδε μαζί.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Όταν κάποιος έχει αράξει και βαριέται τόσο πολύ που έχει μπει στην κάσα (σ.σ φέρετρο) ·έχει νεκρώσει. Είναι το τελικό στάδιο του μπετώματος από το οποίο δεν υπάρχει γυρισμός. Χρησημοποιείται σε πολύ ειδικές περιπτώσεις και μόνο όταν οι άλλες 2 εκφράσεις δεν καλύπτουν το μέγεθος της βαρεμάρας.
μπέτωμα->πέτρωμα->κάσωμα

- Θα έρθει τελικά ο Ευγένιος σήμερα?
- Μπα ρε φίλε δεν τον κόβω. Έχει κασώσει για τα καλά...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Όταν κάποιος έχει βαρεθεί τόσο πολύ που δεν μπορεί ούτε και θέλει να κουνηθεί από την θέση του και έχει γίνει πετρά.

Υ.Γ Είναι το επόμενο στάδιο του μπετώματος και το προηγούμενο του κασώματος.
μπέτωμα->πέτρωμα->κάσωμα

- Μάρκο θα έρθεις για καμιά μπίρα ρε σάπιε?
- Μπα ρε φίλε. Μόλις γύρισα από το gym και έχω πετρώσει.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ασκώ ακτιβισμό, οργανώνω ή συμμετέχω σε δράσεις που προωθούν πολιτικούς, ιδεολογικούς, κοινωνικούς κλπ σκοπούς, κατά κανόνα χωρίς να έχω θέση εξουσίας, αλλά σαν ενεργός πολίτης.

Από εδώ:
Μέλος της Ένωσης Πεζών και ιδρυτικό μέλος της μικρής μουρλής αδελφής της, της Ομάδας Πάνθηρες των Δρόμων (Streetpanthers) παρέα με τον Γρηγόρη Μαυράκη και άλλους αυτού του είδους να ακτιβίζουμε ασυστόλως είτε κολλώντας αυτοκόλλητα στους αγενείς οδηγούς συμπολίτες μας είτε κάνοντας γαϊδουροβόλτες στην πόλη. Μικρές, πολύτιμες πλουραλιστικές συλλογικότητες, ανάσες ζωής.

Ανάλογα με τη στάση του ομιλητή, μπορεί να λέγεται είτε θετικά/άχρωμα, είτε με μια υφέρπουσα αποδοκιμασία για κάτι που εκλαμβάνεται ως επιφανειακή, ανέξοδη και αυτάρεσκη επίδειξη ηθικού κεφαλαίου από τους ακτιβιστές.

Από εδώ:
Βέβαια αρκετοί μπορεί να θεωρούν τη συμπεριφορά του ΧΑ τη περίοδο 1999-2002 αναγκαία και ικανή συνθήκη ενός χρηματιστηρίου...Απλά εγώ διαφωνώ και ακτιβίζω περί του αντιθέτου...

Από εδώ:
Οι συνήθεις αργόσχολοι, που όταν δεν τιτιβίζουν... ακτιβίζουν, γιορτάζουν τη "Δευτέρα του τσαγκάρη" σταματώντας τις δουλειές άλλων εργαζομένων, έτσι για να έχουν να λένε, ότι κάτι κάνουν ως "οικολόγοι" με... βαθύτατες περιβαλλοντικές ανησυχίες!

Από εδώ:
Με το μποϊκοτάζ της φράουλας ακτιβίζουμε και δεν αντιμετωπίζουμε ούτε καν ακροθιγώς. Αποσπασματικές και τάχα συμβολικές κινήσεις είναι πολύ εύκολο να αντιμετωπιστούν από τους εκμεταλλευτές των ανθρώπινων ζωών και των αναγκών των ανθρώπων για σίτιση.

Παρεμπιπτόντως, αξιολογικά αρνητική αλλά σε ελαφρώς διαφορετική κατεύθυνση, είναι μια από τις δύο σημασίες της λέξης ακτιβισμός σύμφωνα το λεξικό Τριανταφυλλίδη:

ακτιβισμός ο [aktivizmós] : α. [...] β. Ως χαρακτηρισμός κάθε πολιτικής συμπεριφοράς που δίνει υπέρμετρη σημασία στη δράση και μειώνει τη σημασία της θεωρητικής θεμελίωσης κάθε δραστηριότητας: Κατηγορεί την ηγεσία του κόμματός του για ακτιβισμό.

Λεξικό Τριανταφυλλίδη

Τέλος, ακτιβίζω μπορεί να σημαίνει προωθώ μια δική μου, καινοφανή πρόταση σε ένα υπάρχον πρόβλημα, ιδίως διανοητικής φύσης (γλωσσολογικό όπως στο παράδειγμα, ίσως και νομικό).

Από εδώ:
Το θεωρούταν ξενίζει και το θεωρούνταν, που το δέχονται αρκετοί, είναι, πώς να το κάνουμε, πληθυντικός (για όσους δεν έχουν στη μητρική τους διάλεκτο καταργήσει αυτή τη διάκριση). Το (ε)θεωρείτο δεν είναι ομαλό. Οπότε, ακτιβίζοντας, βάζουμε το θεωριόταν -αφού η δημοτική έχει μπολιαστεί και καλώς με στοιχεία λογιότερα, το μπόλιασμα είναι αμφίδρομο. Πράγματι, ακτιβίζω, αλλά έχω και τόσα «αρνείτο» να πατσίσω.

"Οτινάναι: Ρεπόρτερ Πασσάς: Vegans VS Burger". Στο 2:09.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Τζιαμπουνάω = Φωνάζω δυνατά, ακατάπαυστα.

Παράδειγμα: Τι μ' τζιαμπουνάς ιδώ πέρα μωρ' συ α ;;;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε