Εννοείται το θρυλικό ξύλινο ποδοσφαιράκι, το οποίο στοίχειωσε (με την καλή έννοια) τα νεανικά χρόνια πολλών. Η μη χρήση της δεύτερης λέξης (ποδοσφαιράκι), μαρτυρά το μέγεθος της νοσταλγίας που νιώθει ο εκάστοτε χρήστης του λήμματος αυτού, για το εν λόγω ευγενές σπορ.

Διαφοροποιείται απο τα ποδοσφαιράκια, τα οποία αναφέρονται στα σφαιριστήρια και τις λοίπες αίθουσες αναψυχής, ιδιαίτερα κατά τις δεκαετίες του '70 και '80.

...Ας μιλήσουμε όμως για το Ξύλινο. Έχει μια διαφορετική αίγλη σαν παιχνίδι. Είναι ευγενές. Το μυστικό είναι στον καρπό. Πασάρεις με σπόντα από τη μία γραμμή στην άλλη, με το κοντρόλ σφηνώνεις τη μπάλα στα πόδια, κάνεις προσποίηση αριστερά δεξιά για να μπερδέψεις την αντίπαλη άμυνα και, πάνω στην κίνηση, εξαπολύεις μια καραβολίδα...

από εδώ

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Μπαμπαδίστικος χαρακτηρισμός στομωμένων εργαλείων κοπής, όπως ψαλίδια, κοπίδια, ξυράφια, αλαβάρδες και δεν συμμαζεύεται.

- Μάκη, πιάσε το κοπίδι να ανοίξουμε τις κούτες, ήρθε η παραγγελία. Που' σαι, το πράσινο, γιατί τα άλλα δεν κόβουν ούτε νερό...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Φανταστικό ιστορικό πρόσωπο ο Κεράσης, συγγενής του μπαρμπα-Τζάμπα, απόθανε κι αυτός ο καημένος και πήγε σε τόπο χλοερό. Κληροδότησε όμως τη σλανγκόσφαιρα με τούτη 'δω την έκφραση, η οποία χρησιμοποιείται σε παρόμοιες περιστάσεις με εκείνη του προγόνου του, όταν δηλαδή θέλουμε να δικαιολογήσουμε τη μη παροχή ή διακοπή παντός είδους κεράσματος (εξ ου και το όνομα), τράκας και δεν συμμαζεύεται.

- Ρε φίλος, πέτα ένα Μάλμπουρο γιατί ξέμεινα..
- Ο Κεράσης πέθανε, σόρυ μαν..

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε

Συνώνυμο του πανηγυρικού γκέι. Προκύπτει από την εμφάνιση του ιδίου, η οποία είναι ασορτί με τη σημαία του (βλ. μήδι 1 στο παραπάνω λίνκι). Παρατηρείται ιδίως όταν πρόκειται για συμμετέχοντες σε σχετικές οργανωμένες εκδηλώσεις - φεστιβάλ.

- Που λες χτες, είπαμε να πάμε για καφέ στη πλατεία, όταν ξαφνικά ακούσαμε μουσικές και καραμούζες να πλησιάζουν...
- Και τι έγινε;
- Μας την πέσανε κάτι μπιλντέρια ριγωτοί, είχανε κανα φεστιβάλ μάλλον... οπότε είπαμε άκυρο και την κάναμε με ελαφρά...

les bandes blanches.. ceci n\'est pas ριγωτοί (από Jonas, 19/08/13)

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Συνώνυμο του «έλα εδώ τώρα!». Εννοείται, άσε τις περιστροφές, μην αλλάξεις καν φανελάκι και τσακίσου κι έλα εδώ αυτή τη στιγμή.

Συναντάται μόνο του, ή ως προσθήκη σε παρεμφερείς ή και συνώνυμες υποδείξεις.

Τάκηηηηηη..... άσε τα τηλέφωνα κι έλα εδώ όπως είσαι! Πάλι χάλασε η κεραία και δεν μπορώ να δω το τούρκικο...

(από Jonas, 01/07/13)Τσίμπα ένα και σε lounge εκτέλεση (από σφυρίζων, 01/07/13)

Δες ακόμη: όχι «τώρα», τώρα.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Προσθήκη σε προτάσεις καθημερινής φύσεως. Συναντάται συνήθως όταν προτείνουμε σε κάποιον να κάνει κάτι το οποίο δεν χαρακτηρίζεται από δυσκολία ή κόπο και δεν είναι χρονοβόρο (ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται).

Πιθανή εξέλιξη της φράσης «μία στιγμή», μετά από απόρριψη της δεύτερης λέξης.

- Ιεροκλή μου, πονάει η κοιλίτσα μου..
- Θα φταίνε μάλλον τα πέντε δίπιτα που κατέβασες μανίτσα μου. Πήγαινε μία στη κουζίνα να πιείς μια σόδα και θα 'σαι 'ντάξει.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Αρχικά χαρτοπαιχτική αργκό (βλ. λ. «ρεφάρω»), η οποία όμως μπορεί να χρησιμοποιηθεί και μεταφορικά, δηλώνοντας μια μέτρια κατάσταση ούτε κρύου ούτε ζέστης, ότι είμαστε δηλαδή κομψί κομψά ένα πράμα: δεν είμαστε σούπερ, αλλά δεν μας χαλάει και τίποτα.

Όπως και το «ρεφάρω», η έκφραση χρησιμοποιείται συνήθως σε περιπτώσεις όπου ερχόμαστε στα ίσα μας μετά από ανοδική πορεία / βελτίωση, έχει δηλαδή θετική χροιά: ισορροπούμε κάπου στο μέσον και λέμε «πάλι καλά Παναγίτσα μ'».

- Έλα ρε Παντελή! Χρόνια και ζαμάνια! Πώς είσαι; - Προχτές αποφυλακίστηκα, στα λεφτά μου είμαι.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ο υπερθετικός βαθμός του έχω χάσει επεισόδια, ήτοι είμαι εκτός των πραγμάτων, χωρίς ενημέρωση, εδώ και πάρα, πάρα, πάρα πολύ καιρό.

Από το αγγλικό season (στην προκειμένη, κύκλος επεισοδίων τηλεοπτικής σειράς).

- Κολλητή τα μαθες; Η Λίτσα χώρισε!
- Καλά, έχεις χάσει σήζον μου φαίνεται. Τα 'φτιαξε με τον Μπάμπη τον σιδερά!
- Σοβαρά;

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κλασική, ελαφρώς τιραμισουρεαλιστική έκφραση, όπου το Υ μπορεί να είναι οτιδήποτε, όπως τσίχλες, τσιγάρα, εφημερίδα, σουβλάκια, γκαζόζες, πατάκια, νερό, προς νερού και δεν συμμαζεύεται.

Το λέμε σε περιπτώσεις όπου κάποιος -ο Χ στην προκειμένη- πετάχτηκε κάπου μισό (και καλά), συνήθως για να αγοράσει κάτι και έχει αργήσει πολύ να επιστρέψει. Υποθέτουμε έτσι, ότι κάτι ανεξήγητο του συνέβη για να καθηστερήσει τόσο, όπως αυτή καθεαυτή η μεταμόρφωση του ιδίου στο αντικείμενο για το οποίο κίνησε εξ αρχής.

- Που χάθηκε ρε συ ο Τάκης;
- Έλα μου ντε! Για τσιγάρα πήγε και τσιγάρα έγινε...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Κλασική έκφραση - απορία ελαφράς αγανάκτησης σχετικά με μια αναπάντεχη και κάπως ανεπιθύμητη επίσκεψη ή τηλέφώνημα κατά τις πολύ πρωινές ώρες. Πέρα από τη δυσφορία, η έκφραση αυτή υπονοεί, κάπως χιουμοριστικά, ότι η ιδέα για την απρόσμενη επαφή τόσο νωρίς δε θα μπορούσε να έχει άλλη προέλευση από ένα θεόσταλτο ίσως όνειρο στον ύπνο εκείνου που την πραγματοποίησε.

- Έαε... καλημέρα. Πάμε για καφέ;
- Καλά, στον ύπνο σου με έβλεπες; Εφτά παρά είναι ακόμα...

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία