Επιλεγμένες ετικέτες

Επιπλέον ετικέτες

Άτομο που για πρωινό τρώει στεροειδή και λόγω υπερβολικής σωματικής διάπλασης γεμίζει ασφυκτικά το κάθισμα στο τραίνο ή ένα στενό πεζοδρόμιο και δε χωράς να περάσεις.

Σύνθετο, ετυμολογείται από το Ράμπο και την κατάληξη -ειδές.

Χαρακτηρίζεται ως άτομο όχι απλώς βίαιο αλλά ως άτομο που έχει φετιχοποιήσει τη βία και δεν αγαπάει ούτε άντερα του. Συντηρεί τις εταιρίες παραγωγής και πώλησης αναβολικών και τις εταιρείες συμπληρωμάτων διατροφής. Ο ναρκισσισμός του είναι σε άλλα επίπεδα και στόχος της ζωής του το "τέλειο" σώμα που οι πολλοί κοιτώντας το με οίκτο θα το χαρακτηρίζαμε τερατώδες. Υπερβολικά φουσκωμένοι ιστοί, βαρύ πάτημα, αφύσικα φαρδιές πλάτες. Πουλάει ποζεριλίκι στο γυμναστήριο και στη παραλία. Πουλάει τσαμπουκάδες στους πιο αδύναμους από αυτόν και σε γυναίκες. Το χαρακτηρίζουν μεταξύ άλλων ο κομπλεξισμός, η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, η έλλειψη παιδείας με αποτέλεσμα τη προσήλωσή του σε κούφιες έννοιες όπως: αίμα, φυλή, θρησκεία, έθνος και έτσι είναι απόλυτα χειραγωγήσιμο άτομο. Συχνά αναζητά την επιβεβαίωση και χρησιμοποιεί την γυναικεία παρουσία και τους τραμπουκισμούς ως άλλοθι... έναντια στην ασεξουαλικότητα του ή την σεξουαλική του ανικανότητα λόγω των αναβολικών. Συχνάζει κυρίως σε γυμναστήρια ή σιδεράδικα αλλά και σε καφετέριες που συχνάζουν και άλλοι γορίλες σαν αυτόν. Στους χωρους αυτούς τους αναζητούν διάφοροι όπως: άνθρωποι της νύχτας για να τους προσλάβουν για μπραβιλίκια, νεοναζί για να τους στρατολογίσουν και να κάνουν τη βρώμικη δουλειά, συνδεσμίτες για να τους στρατολογίσουν επίσης, αναρχικοί/αυτόνομοι/αντίφα για να τους επιβραβεύσουν για την βοήθεια που πρόσφεραν στους νεοναζί. Αν το ραμποειδές καταφέρει να τελειώσει το λύκειο (λέμε τώρα) αποκαθίστατο επαγγελματικά ως γουρούνι των ΜΑΤ (εκεί και αν βγάζει όλα του τα κόμπλεξ), αλλιώς γίνετε μπράβος σε στριπτιτζάδικο ή σκυλάδικο, ασφάλεια προσώπων, σεκιουριτάς. Τον ελεύθερο του χρόνο οργανώνεται στις νεοναζιστικές συμμορίες και στους συνδέσμους οπαδών. Υπάρχουν και μερικά δείγματα ραμποειδών που δεν ασχολούνται με ναζιστάκια και χουλιγκάνους και ειδικά αν έχουν λύσει το οικονομικό η ζωή τους είναι σπίτι-σιδεράδικο, σιδεράδικο-σπίτι. Ο δείκτης IQ τους είναι γενικά κάτω του μετρίου και είναι τραμπούκοι και ψευτόμαγκες.

Συνώνυμα: Γορίλας, σβάρτσος, ράμπο, γυμναστηριακός, ντουλάπα, φαρμακωμένος, μπιλντέρι, πρησμένος, ντούκι, σώμας, χτιστός, φουσκωτός, donkey-kong, σφίχτερμαν, μπονταίο, τίγκας, τέρας κ.τ.λ.

- Δες ρε μαλάκα το ραμποειδές με πόσο γλοιώδη τρόπο την πέφτει στη κοπέλα.
- Μου έρχεται να τον πατήσω ένα μπουκέτο στη μάπα και να τον ξαπλώσω κάτω.
- Ώπα ρε άντρα πρόσεχε τα ψωλοχύματα μη μας πιτσιλίσεις και εμάς...

ραμποειδές γορίλας

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τεχνικὸ χτύπημα τῆς μπάλλας μὲ τὴ μύτη τοῦ παπουτσιοῦ, ποὺ στέλνει τὴ μπάλλα ἐκεῖ ποὺ θέλει ὁ παίκτης καὶ συνήθως αἰφνιδιάζει τοὺς ἀντιπάλους. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τὸ γκὸλ τοῦ Ρονταλντίνιο στὸν ἀγῶνα Τσέλσυ-Μπαρτσελόνα (8 Μαρτίου 2005), ὅπου πρὶν σουτάρει μὲ τὸ μυτάκι, κάνει τὴ μοναδικὴ προσποίηση "σβήνω τσιγάρο μὲ τὴ σόλα".

Γκολάρα Ροναλντίνιο

"Τύποις" προέρχεται ἀπὸ τὸ μύτο, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὅμως "οὐσίᾳ" ἀπέχει "παρασάγγας". Εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ παιχταρᾶ , τῆς παιχτούρας ἀπὸ τὸν ἄμπαλο, τὸν τσουρουκά.

Ἀφοῦ ἔκανε δυὸ προσποιήσεις σὰ νὰ σβήνει τσιγάρο μὲ τὴ σὸλα, σούταρε μὲ τὸ μυτὰκι κι ἔστειλε τὴ μπάλλα στὴν ἀπέναντι γωνία, μὲ τὸν Τσὲχ νὰ μὲνει ἄγαλμα!

Καμμιὰ σχέση μὲ τὸ ψάρι μυτάκι, χιόνα ἤ οὔγαινα ( Diplodus puntazzo) τῆς οἰκογενείας τῶν σαργοειδῶν.

μυτάκι, χιόνα ἤ οὔγαινα

Ἐπίσης καμμιὰ σχέση μὲ τὴ θαυμάσια τραγουδίστρια τοῦ δημοτικοῦ καὶ τοῦ ρεμπέτικου Γεωργία Μηττάκη. Στὸ ἐξαιρετικὸ κλέφτικο ποὺ ἀκολουθεῖ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐρμηνεία της, μποροῦμε ν' ἀπολαύσουμε καὶ τὸ ὑπέροχο κλαρίνο τοῦ Γιώργου Ἀνεστόπουλου (ἠχογράφηση τοῦ 1939).

Μὲ γέλασαν μιὰ χαραυγὴ

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Το ζίου ζίτσου. Πετούμενη και μελωδική χαριτωμενιά, αφ' ενός γουγλιζόμενη και αφεδύο αρκετά παλιά, όπως φαίνεται από το τελευταίο, Τσιφόρειο παράδειγμα που παραθέτω χοντρικά και από μνήμης.

Όταν "αγαπητέ βλάκα" μια μέρα που πηγαίναμε στο τσίου-τσίου και υπήρχε το ΜΕΓΑ δίλημμα μεταξύ των παιδιών μετά το τέλος της προπόνησης ΣΤΑΛΟΝΕ Ή ΣβΑΤΖΕΝΕΓΚΕΡ (ποια ταινία να δούμε στην τηλεόραση) και πλακωνόντουσαν ποιος είναι πιο καραγκαγκάν-ουάου εμείς είχαμε το θάρρος να τους πούμε να μη δουν κανέναν απο τους δυο, πως και οι δυο είναι το ίδιο μπούρδες... εδώ

- Άμα σε πετύχω πουθενά θα σου σπάσω το κεφάλι.
- Πάω 7 χρόνια ζιου-ζιτσου δε σε παίρνει γι' αυτό μη μιλάς...
- Και γω κάνω τσιου τσιου και κάνω και την καινούργια πολεμική τέχνη που είναι της μόδας την ''τονπαιρνωκαιαποπισου'' εκεί

Σηκώθηκε ο Καρδερίνας που είναι μποξέρ και πήγε να τον βαρέσει, αλλά κάτι του έκανε ο άλλος και μετά ο Καρδερίνας κάθισε και πονούσε και είπε "αυτά τα πράματα είναι τσίου τσίου". (Και μην αρχίσουμε τα βαριά, έχει ζημιές). Τσιφόρος, κάπου.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Τεχνική στο ποδόσφαιρο. Σημαίνει: ενώ προχωρώ, προφανώς στην επίθεση, δίνω κοντινή πλάγια πάσα σε συμπαίκτη και συνεχίζω να προχωρώ. Ο συμπαίκτης μου μου επιστρέφει αμέσως την πάσα προωθημένη, παρακάμπτοντας έτσι τον αντίπαλο που με πιέζει.

Από εδώ:
Σε τυφλή απόκρουση των αμυνομένων της Κανδήλας η μπάλλα πήρε ύψος,έφτασε στο κέντρο όπου ο εξαιρετικός μέσος της Αποστολάκης στόπαρε τη μπάλλα με το στήθος άφησε πίσω τον Κατσικοκέρη που δεν διάβασε καλά τη φάση και με φοβερό ένα-δύο με τον δαιμόνιο Κεραμίδα Αθ. βρέθηκε μόνος με τον τερματοφύλακα που πλάσσαρε υποδειγματικά κάνοντας το 1-1.

ΠΑΟΚ - Ντόρτμουντ, 01/10/2015. Στο 0:15 οπτικό παράδειγμα (δεν χρησιμοποιεί το λήμμα ο εκφωνητής).

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Ένας γρήγορος τρόπος ποδοσφαιρικής κατάταξης μεταξύ δρομόπαιδων όπου το αποτέλεσμα καθορίζει την σειρά ευνοικής θέσης που θα πάρει έκαστο ή ένα συγκεκριμένο στο παιχνίδι που ακολουθεί. Για παράδειγμα, η χειρότερη επίδοση πριν από ένα γερμανικό αντιστοιχεί σ' αυτόν/ήν που θα κάτσει αρχικά στο τέρμα.

Ταυτόχρονα, και εκτός ανταγωνισμού, αποτελεί μονάδα μέτρησης δεξιοτεχνίας και εντυπωσιασμού.

Γνωστά επίσης ως γκελάκια, ποδαράκια ή τσιλικάκια.

πωωω ειμαι ψωφιος μετα απο τα 932 μυτηλικια που εκανα, νεο ρεκορ μου. παρεα με τον χρηστακι τον γιωργο και τον ραφα!!!!!! [αδακά]

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Μάλλον ψιλο-καινουργιοφανές ρήμα που σημαίνει αίρω μια τιμωρία, τις συνέπειες που έχει, δηλαδή, μια ποινή μετά την επιβολή της, π.χ. τον αποκλεισμό από κάτι. Η λέξη βρίσκει νόημα κυρίως εκεί που γίνεται λόγος για τιμωρία που λήγει πριν την κανονική ή αναμενόμενη έκτιση αυτής, ή της οποίας οι συνέπειες απαλύνονται, ή όταν ενδιαφέρει να βρεθεί τρόπος να γίνουν αυτά. Ξετιμωρία, θα λέγαμε, είναι μια τιμωρία που ψευτο-εκτίεται.

Επιβεβαιωμένες χρήσεις

α) σε αθλητικά συμφραζόμενα, που ακούγεται κατά κόρον (πολλά γουγλοπαραδείγματα) όταν ένας παίκτης παίρνει επίτηδες κάρτα για να συμπληρώσει τον αριθμό που προβλέπεται και να τιμωρηθεί με αποκλεισμό στον επόμενο αγώνα και να μην διακινδυνέψει να λείψει από επερχόμενο, πιο κρίσιμο αγώνα.

Εκτός των τριών πόντων που πήρε η ΑΕΛ στην αναμέτρηση με την Αναγέννηση Γιαννιτσών είχε και την ευκαιρία να «ξετιμωρήσει» τρεις παίκτες της. Ντίνο Σέρεμετ, Αποστόλης Σκόνδρας και Δημήτρης Χασομέρης εξέτισαν την αγωνιστική της ποινής του ελέω τεσσάρων κίτρινων καρτών και τίθενται στη διάθεση του Τίμου καβακά για την εκτός έδρας αναμέτρηση με τον Ολυμπιακό Βόλου.
Πηγή

Ο Θόδωρος Ζαγοράκης είχε αποσπάσει την περασμένη Πέμπτη την προφορική δέσμευση του Σοφοκλή Πιλάβιου [...] να εκδικάσει την υπόθεση των γεγονότων του αγώνα Κυπέλλου ΠΑΟΚ- ΑΕΚ. Του έδωσε αυτή την υπόσχεση ο ψηλός γιατί φάνηκε ότι κατάλαβε πως είναι υποχρεωμένη η επιτροπή της ΕΠΟ να εκδικάσει την υπόθεση εγκαίρως [...] Πόσω μάλλον από τη στιγμή που έφτασε πρόσφατα στο σημείο να “σπάσει” την αργία του Σαββάτου, μόνο και μόνο για να ξετιμωρήσει τον Μιραλάς και να του επιτρέψει να παίξει με τον Ολυμπιακό στο Χαριλάου [...]
Πηγή

β) από ταρίφες οι οποίοι, αν κατάλαβα καλά λαθρακούγοντάς τους, έχουν βρει το διάολό τους με ψιλο-αυτόματα συστήματα διεκδίκησης κούρσας κλπ και προφ κάνουν πράγματα που δεν πρέπει (τι είδους δεν ξέρω), το σύστημα τους τιμωρεί, μετά τους ξετιμωρεί ή "ξεχνά" να τους ξετιμωρήσει και τα παίρνουν στο κρανίο κλπ κλπ

- Και παίρνω τηλέφωνο και λέω γιατί δε με ξετιμώρησε...
- Κανονικά έπρεπε μόνο του να σε ξετιμωρήσει...
- Ναι, δεν ξέρω γιατί δε με ξετιμωρεί...[*]

(συγγνώμη για το παραπάνω φανταστικό παράδειγμα, μου έκανε απλά εντύπωση η λέξη αλλά δεν κατάλαβα περισσότερα).

Αλλά φαντάζομαι η λέξη έρχεται ψιλοαυθόρμητα και σε άλλα πλαίσια και χώρους που το %$@#@#$ νεοφιλελέρικο smart σύστημα μας κάνει να κυνηγάμε την ουρά μας με συστήματα επιβράβευσης, τιμωρίας κλπ αναξιοπρεπή ακόμα και για χιμπατζήδες (ουπς, ξέφυγα, συγνώμη, ναι, η ατιμωρησία είναι κακό πράμα).

Χρησιμοποιείται κι αλλού; Παρακαλώ συμβάλετε αν γνωρίζετε.

[*] Όπως βλέπουτε, η αδικιολόγητη μη άρση μιας τιμωρίας οδηγεί σε μαθημένη αβοηθησία, μαύρη απελπισία να το πούμε πιο απλά. Αλλά ας αφήσουμε τα συμπεριφοριστικά.

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

παοκτζιδιλίκι, βαζελίκι, αεκτζιλίκι

Είναι να πουλάς παραγοντιλίκι και οπαδιλίκι (σύμφωνα με τους άριστους ορισμούς των slangprof και allivegp αντιστοίχως), με αναφορά σε συγκεκριμένη ομάδα.

Οπαδιλίκι είναι η πλειοδοσία σε πίστη και αφοσίωση προς μια αθλητική ομάδα, που όμως γίνεται υστερόβουλα, προς εξυπηρέτηση ίδιων συμφερόντων.
Πουλώντας οπαδιλίκι καπελώνουμε τους αμφισβητίες μας και εγγράφουμε υποθήκη για την ανάδειξη μας σε πυλώνα της ομάδας, είτε αγωνιστικά (αν είμαστε αθλητές), είτε διοικητικά (αν είμαστε παράγοντες).

Αν όπου οπαδιλίκι, βάλεις παοκτζιδιλίκι / βαζελίκι / αεκτζιλίκι και προσθέσεις μπόλικο νταηλίκι + παπατζιλίκι, αλλά και ολίγην από νταβατζιλίκι, τότε έχεις το τέλειο μίγμα παράγοντα Εδεσσαϊκού και παράγκας.

Σχεδόν πάντα πάει σετάκι με το πουλάω.

  1. Παοκτζιδιλίκια, βλαχομαγκιές και Μακεδονομαχίες. ΕΔΩ

  2. Ο Τζαβέλας δεν υπολογίζεται πλέον απο τον Άγγελο!! μπραβο, κωλοπαιδαρακι ειναι τζαμπα μαγκας και πουλάει ΠΑΟΚτζιδιλικι.. στα τσακίδια #PAOK (εδώ)

  3. δεν μου γεμιζει καθολου το ματι ο σαλπιγγιδης κ δεν πιστευω οτι θα ταιριαξει στην αεκ. αλλο πραγμα ηγετης στην αναμπουμπουλα κ τη διαλυση πουλώντας παοκτζιδιλικι στους απελπισμενους κ αλλο διακρινομαι σε μια σοβαρη ομαδα με καχυποπτους, απεναντι σε σωτηρες κ μαγους παιχτες, οπαδους. (forum.aek)

  4. -ελεος ρε με το σανο που σας ταιζουν εκει. ΘΕΛΗΜΑ ΘΕΟΥ!
    -γιαυτο πουλάει παοκτζιδιλικι ... θα πληρωνετε ενα ακομη δημοσιο υπαλληλο ... gazzetta.gr

  5. όταν πρόπερσι έλεγε ότι πάει σε μεγαλύτερη ομάδα κτλ ... εσείς τον παίζατε με μανία και χαιρόσασταν. Ε δείτε τώρα με τι ευκολία πουλάει βαζελίκι (όπως τότε πουλούσε παοκτζιδιλίκι) και τι βαρύγδουπες δηλώσεις κάνει.

  6. Αλαφούζος και Ψυχάρης μόνο το βαζελίκι έχουν κοινό.. όχι και κάτι άλλο συνώνυμο σε -ίκι..; ΕΔΩ

  7. Τι βαζελίκια ρε πστμ! ΕΔΩ

  8. Έτσι...για να κοπεί η πλάκα, το χιούμορ και τα "αεκτζιλίκια"! ΕΔΩ

  9. Βρε ανθρωπαριο, δεν θα βαλεις ποτε μυαλο; Ποτε πουλας... Παναθηναιλικη ποτε πουλας... ΑΕΚτζιλικι... ΕΔΩ

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Στα καλιαρντά είναι ο σέξι πυγμάχος. Ντουπ είναι το ξύλο, πατάτα είναι η γροθιά (και αντιστρόφως μπουνιά η πατάτα), επειδή θεωρείται με λίγη καλιαρντοφαντασία ότι μοιάζουν. Ντουποπατατότεκνο είναι επομένως ο πυγμάχος που είναι τεκνό.

Αβέλω και ντέζι για ένα ντουποπατατότεκνο τζασλό! Είμαι ντεζοντουπού;

Orlando Cruz, το πλέον περήφανο ντουποπατατότεκνο

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Σλανγκίζουσα ένταξη στο ελληνικό κλιτικό σύστημα του αγγλικού hooligan, που σημαίνει κάποιον που έχει μια σειρά από παράνομες συμπεριφορές βίας, όπως βανδαλισμό (κυρίως), bullying και μπαχαλακισμό (βλ. στον σύνδεσμο για πιθανές ετυμολογίες). Ο χουλιγκανισμός, όμως, συνδέεται συνήθως με θερμόαιμους οπαδούς αθλητικών ομάδων οι οποίοι είναι συχνά σε ομάδες και ενίοτε οργανωμένοι. Μεταφέρεται και απλώς ως χούλιγκαν ή ως χουλιγκάνος που κττμγ είναι ένα κλικ λιγότερο σλανγκ απ' το χουλιγκάνι.

Έχω την εντύπωση, κι ελπίζω να συζητηθεί, ότι ένας τρόπος εκσλανγκισμού λέξεων είναι η μετατροπή τους σε ουδέτερα με κατάληξη σε γιώτα και τονισμό στην παραλήγουσα. Εκτός από το χουλιγκάνι, έχω υπ' όψη μου τα: μουσλίμι (<μουσουλμάνος), μαχίμι (<μάχιμος), καταδρόμι (<καταδρομέας), αλλά νομίζω ότι υπάρχουν και άλλα.

  1. Ψηλέ χουλιγκάνι είσαι μάναρος! (Κέντρο). (Από φεϊσμπουκικό "σε είδα").
  2. Το παιδί σου, και μακάρι να βγώ ψεύτης, έτσι όπως το μεγαλώνεις ή σκοπεύεις να το μεγαλώσεις, θα βγει εάν όχι ψυχανώμαλο, σίγουρα πρεζάκιας, και χουλιγκάνι. (Πχόρουμ).
  3. Μου μίλαγες για αντάρτικο, έψαχνες και γκάνι. Μα τώρα με το ΣΥΡΙΖΑ με είπες χουλιγκάνι! (Στιχώνει εδώ).
  4. Το ότι είναι ανεγκέφαλοι δεν αναιρεί ότι είναι χουλιγκάνια. Μάλλον πακέτο πάνε αυτά. (Η μπλογοτέχνης Niemands Rose εδώ).

Εϊτίλα με Σταμάτη Γαρδέλη

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία

Δε σημαίνει απλά "εγώ είμαι οπαδός του Ο.Φ.Η." αλλά, σε κάργα ομιλjήτικες(1) συνοικίες του Ηρακλείου, όπως τα Καμίνια, σημαίνει είμαι ντόμπρος, παντελονάτος και λογοτιμήτης άθρωπος.

Είναι, δηλαδή, παραπλήσιο αλλά και διαφορετικό από το βορειοελλαδίτικο αντίστοιχο ΠΑΟΚ είσαι. Διαφορετικό, επειδή το "ΠΑΟΚ είσαι" σημαίνει περισσότερο ότι δεν πρέπει να λιποψυχάς στα δύσκολα, το νόημα είναι στον ΜΠΑΟΚ αφού...ενώ εγώ' μαι ΟΦΗτζής σημαίνει πως διεκδικώ ένα είδος αξιοπιστίας επικαλούμενος την εντοπιότητα-συμβατικότητα των προτιμήσεών μου στο τοπικό πλαίσιο - κάτι λίγο σαν το κούτελο δηλαδή. Παραπλήσιο, από την άλλη, είναι το νόημα των φράσεων σε βορρά και νότο, επειδή είτε ΟΦΗτζής είτε ΠΑΟΚτζής, το να το δηλώνεις έχει τον ηρωισμό του μη ξεπουλήματος στο ΠΟΚ. Αλλά κυρίως, επειδή είτε επικαλείσαι τη σχέση σου με τον ΠΑΟΚ ως ψυχική εφεδρεία, είτε επικαλείσαι τη σχέση σου με τον ΟΦΗ ως απόδειξη αξιοπιστίας, και στις δυο περιπτώσεις επικαλείσαι την ομάδα ως έσχατη καταφυγή, μοναδική και απαράγραπτη, σε καταστάσεις που ή αν είσαι άνθρωπος για τον οποίο γενικά η ψυχική αντοχή και η τιμή είναι πρόβλημα.

Φιλαράκι, δε σε παίζω(2), εγώ' μαι ΟΦΗτζής!


(1) Ομιλήτης=επίσημο προσωνύμιο των οπαδών του ΟΦΗ.

(2) παίζω = κοροϊδεύω

Έχεις καλύτερο ορισμό; Πρόσθεσέ τον!

Δημοσιεύτηκε
Τελευταία επεξεργασία